ανασυνίσταμαι


ανασυνίσταμαι
(ανασυνίσταμαι), ανασυστάθηκα βλ. πίν. 133
——————
Σημειώσεις:
ανασυνιστώ, ανασυνίσταμαι : χρησιμοποιούνται κυρίως οι τύποι του αορίστου.

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανασυνιστώ — (ανασυνιστώ), ανασυνέστησα, (να ανασυστήσω) βλ. πίν. 158 Σημειώσεις: ανασυνιστώ, ανασυνίσταμαι : χρησιμοποιούνται κυρίως οι τύποι του αορίστου …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής